Το συννεφάκι που όλο έκλαιγε

 

Μια φορά κι ένα καιρό σε ένα όμορφο και μεγάαααλο ουρανό ζούσαν πολλά σύννεφα. ‘Αλλα ήταν γέρικα και γκρίζα, άλλα ήταν μεγάλα και κάτασπρα και άλλα μικρά άσπρα συννεφάκια.

Εκεί ζούσε και η Φιφή ένα μικρό άσπρο συννεφάκι. Η Φιφή ήταν γκρινιάρα και παραπονιάρα. Έκλαιγε όταν δεν ήθελε να φάει, όταν δεν ήθελε να κοιμηθεί, όταν δεν ήθελε να πάει βόλτα στον ουρανό. «Ο Φώτης και η Φούλα μ’ έσπρωξαν», έλεγε κι άρχιζε το κλάμα. «Η Φωφώ κι ο Φροίξος δεν με παίζουν», άντε πάλι κλάματα. Όλο και κάτι έβρισκε η Φιφή για να κλαίει και τα δάκρυα της γινότανε βροχή.

Οι άνθρωποι γνώριζαν τα σύννεφα. Ήξεραν ότι το φθινόπωρο τα συννεφάκια έκλαιγαν συχνά γιατί ήταν λυπημένα που τέλειωσαν οι καλοκαιρινές τους διακοπές, τον χειμώνα πάγωναν τα δάκρυα τους και γινόταν χιόνι και την Άνοιξη, εεε που και που τα έπιανε το παράπονο. Το καλοκαίρι τα σύννεφα πήγαιναν διακοπές. Η κλαψιάρα Φιφή μπέρδευε τους ανθρώπους. Εκεί που έλαμπε ο ήλιος, έκλαιγε η Φιφή κι άρχιζε να βρέχει. Οι άνθρωποι δεν ήταν πια χαρούμενοι. Έβγαιναν για να πάνε στις δουλειές τους και ξαφνικά τα δάκρυα της Φιφής τους έκαναν μούσκεμα. Παντού άκουγες  «Ααψού, Ααψού!». Τα ζωάκια έβγαιναν από τις φωλιές τους για να βρουν τροφή και τα κλάματα της Φιφής τα ανάγκαζαν να τρέχουν να κρυφτούν νηστικά. Τα παιδάκια δεν έπαιζαν πια στα πάρκα ούτε πήγαιναν για μπάνιο στη θάλασσα. Οι μαμάδες έλεγαν «Μην βγαίνετε απ το σπίτι. Πάλι θα βρέξει.. συνέχεια βρέχει».

Τα σύννεφα έβλεπαν από ψηλά πως η συμπεριφορά της Φιφής στεναχωρούσε τους ανθρώπους. Αποφάσισαν λοιπόν να κάνουν οικογενειακό συννεφένιο συμβούλιο. Σκέφτηκαν πολύ τι έπρεπε να κάνουν και τη λύση βρήκε ο Κύριος Φαέθων. Ήταν το γηραιότερο και το σοφότερο γκρι σύννεφο.

«Πρέπει να ζητήσουμε βοήθεια από το βασιλιά Ήλιο», είπε.

Πήγανε λοιπόν στον Ήλιο και είπανε το πρόβλημα τους. Ο βασιλιάς Ήλιος  τους άκουσε με μεγάλη προσοχή και αφού σκέφτηκε λίγο είπε: «Η Φιφή πρέπει να έρθει μαζί μου. Θα χρειαστώ βέβαια και την βοήθεια του Αντιβασιλέα του Φεγγαριού αλλά είμαι σίγουρος ότι βρήκα την λύση!».

Η Φιφή πλησίασε τον Ήλιο κι άρχισε πάλι τα κλάματα. Ήταν και ντροπαλή και τώρα έκλαιγε γιατί ντρεπόταν το βασιλιά. Ο Ήλιος με την Φιφή δίπλα του ανέτειλε πάνω απ τον κόσμο. Κοίτα πόσο όμορφος είναι ο κόσμος μικρή μου. Η Φιφή σταμάτησε να κλαίει και για πρώτη φορά άρχισε να παρατηρεί τον κόσμο από ψηλά. Πολύχρωμα λουλούδια, έντομα και πουλιά, χιονισμένα βουνά, πράσινα λιβάδια και καταγάλανη θάλασσα, περίεργα ζωάκια και χαρούμενοι άνθρωποι. Δεν ήξερε που να πρωτοκοιτάξει η Φιφή. Τα ματάκια της ξεθόλωσαν απ’ τα δάκρυα και γέμισαν ομορφιά. Όλη τη μέρα σεργιανούσε η Φιφή με τον Ήλιο ξεναγό και ήταν τόσο απορροφημένη από την ομορφιά του κόσμου που δεν έκλαψε ούτε μια φορά!

«Τελειώνει η μέρα», είπε ο Ήλιος, «τώρα θα σε παραδώσω στο Φεγγάρι».

Μόλις έδυσε ο Ήλιος η Φιφή άρχισε πάλι το κλάμα γιατί δεν ήθελε να τελειώσει το ταξίδι της.

«Τι βλέπω;», ακούστηκε η φωνή του φεγγαριού, «ένα κλαψιάρικο συννεφάκι. Τι βλέπω; Δεν βλέπω τίποτα με τόσο σκοτάδι! Σκουντουφλάω σαν τυφλοπόντικας. Αστέρια! Ανάψτε! Τι περιμένετε να πατήσω τον διακόπτη;», είπε και γέλασε δυνατά. «Μισό λεπτό να βάλω κι εγώ το ασημένιο μου φως και συ μικρή μου σταμάτα να κλαις δεν αντέχω τόση υγρασία θα συναχωθώ.  Ααψού!». Το Φεγγάρι γελούσε δυνατά και μαζί του άρχισε κι Φιφή να γελάει.

Μαζί με το Φεγγάρι ξεκίνησε η Φιφή το σεργιάνι της στη νύχτα. Τώρα όλα ήταν μαγικά! Το Φως του Φεγγαριού έκανε τον κόσμο ασημένιο. Όλα ήταν ήσυχα, πολλά λαμπάκια φώτιζαν τις πόλεις. Άστραφταν τα χιόνια στα βουνά, μαύρο βελούδο τα λιβάδια και ασημένια η θάλασσα. Το Φεγγάρι έλεγε πολλά αστεία και η Φιφή πότε ξεκαρδιζόταν στα γέλια και πότε θαύμαζε με το στόμα ανοιχτό την ομορφιά της νύχτας. Ξέχασε και τα παράπονα και τη γκρίνια και τα κλάματα. Τώρα ήθελε να γελάει και να τα δει όλα!!!

‘Όταν ξημέρωσε η μικρή Φιφή έτρεξε χαρούμενη κοντά στον Ήλιο. «Καλημέρα Βασιλιά είμαι πολύ χαρούμενη! Είδα τόσα όμορφα πράγματα, γέλασα με τα αστεία του Φεγγαριού. Που θα πάμε σήμερα;». «Θα δεις», είπε ο Ήλιος και ξεκίνησαν.

Το ταξίδι της Φιφής συνεχίστηκε. Τη μέρα εντυπωσιασμένη ανακάλυπτε καινούρια όμορφα πράγματα και το βράδυ γελούσε με τα αστεία του Φεγγαριού και απολάμβανε την ηρεμία της νύχτας. Και το πιο σημαντικό; Δεν έκλαιγε πια!

Μια μέρα ο Ήλιος είπε: «Μικρή μου συννεφούλα πρέπει να γυρίσεις στην συννεφοοικογένεια σου. Τώρα πια έμαθες ότι η γκρίνια, τα παράπονα και τα κλάματα δεν σ’ αφήνουν να δεις την ομορφιά που υπάρχει γύρω σου και όπως είδες παντού υπάρχει κάτι όμορφο».

«Και παντού υπάρχει κάτι αστείο», είπε το Φεγγάρι.

Η Φιφή ήταν πολύ χαρούμενη που θα ξαναέβλεπε τους δικούς της και επιτέλους ένοιωθε ανάλαφρη… σαν σύννεφο!! Τώρα ήξερε πως κάθε φορά που την έπιανε το παράπονο θα έβρισκε κάτι όμορφο να θαυμάσει και κάτι αστείο για να γελάσει. Ένα απαλό αεράκι έσπρωξε τη Φιφή και η κάτασπρη φωτεινή συννεφούλα άρχισε να ταξιδεύει χαρούμενη στον μεγάααλο ουρανό!

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Εγγραφείτε στο Newsletter μας

Μείνετε ενημερωμένοι με όλα τα νέα μας.

Έχετε εγγραφεί με επιτυχία στο ενημερωτικό δελτίο

Παρουσιάστηκε σφάλμα κατά την προσπάθεια αποστολής του αιτήματός σας. Παρακαλούμε προσπαθησε ξανα.

Το Παιζω-γράφημα θα χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες που παρέχετε για να επικοινωνήσει μαζί σας..