Το καλοκαίρι του Ανδρέα


 

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παιδάκι που το έλεγαν Ανδρέα. Πριν λίγες μέρες ο Ανδρέας είχε τελειώσει το νηπιαγωγείο. Θα περνούσε το καλοκαίρι στο νησί που ζούσαν ο παππούς και η γιαγιά. Οι γονείς του τον πήγαν στο νησί και μετά γύρισαν  στην πόλη γιατί είχαν πολλές δουλειές.

Στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς τον περίμενε μια ….ΕΚΠΛΗΞΗ!!! Ένα ολοκαίνουριο κίτρινο ποδήλατο! Και χωρίς βοηθητικά ροδάκια!!

«Αυτό το καλοκαίρι θα σου μάθω ποδήλατο και κολύμπι» είπε ο παππούς.

Σε λίγες μέρες ο μικρός Ανδρέας έμαθε να ισορροπεί στο ποδήλατο. Γρήγορα έμαθε και να κολυμπάει ΧΩΡΙΣ ΜΠΡΑΤΣΑΚΙΑ! Έμαθε και το μακροβούτι! Έπαιρνε μια βαθιά ανάσα έκλεινε το στόμα του και μπλούμμμμ. Άνοιγε και τα ματάκια του μέσα στο νερό. Ο μικρός Ανδρέας ήταν πολύ χαρούμενος! Ήταν οι καλύτερες καλοκαιρινές του διακοπές. Το πρωί κολύμπι και το απόγευμα ποδήλατο και παιχνίδι με τους φίλους του.

Ο παππούς κάθε απόγευμα πήγαινε για ψάρεμα με την βαρκούλα του.

«Πότε θα με πάρεις μαζί σου στη βάρκα;», ρωτούσε ο μικρός Ανδρέας.

«Μη βιάζεσαι», έλεγε ο παππούς, «θα γίνει κι αυτό».

Οι μέρες πέρασαν γρήγορα.

Ένα μεσημέρι ο παππούς είπε: «Ανδρέα μου τηλεφώνησε ο μπαμπάς σου. Αύριο θα έρθει να σε πάρει. Σε λίγες μέρες ανοίγουν τα σχολεία. Σκέφτηκα λοιπόν αφού σήμερα είναι η τελευταία σου μέρα στο νησί να πάμε μαζί για ψάρεμα». «ΓΙΟΥΠΙ!!! ΖΗΤΩ!!!», χοροπηδούσε και φώναζε ο μικρός Ανδρέας.Μπήκανε στη μικρή βαρκούλα και ξεκίνησαν.

«Πάμε να μαζέψουμε τα δίχτυα» είπε ο παππούς. Ο Ανδρέας βοηθούσε τον παππού του. Μαζί τραβούσαν τα δίχτυα που είχαν πολλά ψάρια ζωντανά, σπαρταρούσαν. Τα μεγάλα ψάρια ο παππούς τα έβαζε στον κουβά. Τα μικρά τα έριχνε ξανά στη θάλασσα. Να και δύο μικρά χταποδάκια.

«Εεπ που πάτε εσείς μικρά μου; Γρήγορα πίσω στη μαμά σας», είπε ο παππούς και τα ξαναέριξε στη θάλασσα.

«Γιατί παππού τα ρίχνεις στη θάλασσα; Αφού τα πιάσαμε!».

«Τη θάλασσα παιδί μου πρέπει να τη σέβεσαι. Τα μικρά ψαράκια πρέπει να μεγαλώσουν να γεννήσουν κι άλλα ψάρια, να γεμίσει η θάλασσα ζωή. Κι αν έχει η θάλασσα ζωή, θα έχουμε και ’μεις».

«Είναι σοφός ο παππούς μου!», σκέφτηκε ο μικρός Ανδρέας.

Πολύ του άρεσε η σημερινή μέρα του Ανδρέα. Τώρα όμως έπρεπε να κοιμηθεί. Αύριο θα ξυπνούσε πρωί, είχε ταξίδι.

 

«Ανδρέα σήκω! Πάμε για ψάρεμα», φώναξε ο παππούς.

Ο μικρός σηκώθηκε και ξυπόλητος έτρεξε στην βάρκα. Ανοίχτηκαν στα βαθιά.

«Νερά!!!! Παππού κοίτα η βάρκα μας γεμίζει νερά!!!!».

«Βουλιάζουμε!» φώναξε ο παππούς.

Άρπαξε τον μικρό και έπεσαν στη θάλασσα. Η βάρκα βούλιαξε και παππούς και εγγονός έμειναν να επιπλέουν.

Ένα μεγάλο καλαμάρι εμφανίστηκε.

«Ακολουθήστε με. Μη φοβάστε θα σας βοηθήσω». Το καλαμάρι κολυμπούσε γρήγορα το ίδιο κι ο παππούς. Κι ο μικρός Ανδρέας άπλωνε γρήγορα τα χέρια του και κουνούσε τα ποδαράκια του. Ευτυχώς είχε μάθει κολύμπι. Το καλαμάρι σταμάτησε. «Περιμένετε. Ένα μεγάλο σκυλόψαρο μας ακολουθεί». Ακούστηκε ένα φφφςςς και η θάλασσα έγινε μαύρη. «Έριξα όλο μου το μελάνι και θόλωσα τα νερά», είπε το καλαμάρι. «Γρήγορα μπείτε στην σπηλιά».

Ήταν ήσυχα στη σπηλιά. Ένα μεγάλο χταπόδι έπιασε ένα βράχο με τις βεντούζες του και έκλεισε την είσοδο της σπηλιάς.

«Μη φοβάστε εδώ είστε ασφαλείς. Σε γνωρίζω», είπε το χταπόδι στον παππού.  «Είσαι ο καπετάν Ανδρέας. Σήμερα ήμουν κάτω από την βάρκα σου. Τα παιδιά μου πιάστηκαν στα δίχτυα σου και περίμενα να μου τα δώσεις, Και μου τα έδωσες! Πάντα μας δίνεις πίσω τα μικρά μας Καπετάν Ανδρέα».

«Ναι», είπε μια τσιπούρα «κι εγώ ξαναβρήκα τα παιδάκια μου».

«Κι εγώ», είπε μια συναγρίδα.

«Ευχαριστούμε Καπετάν Ανδρέα!».

Ο μικρός Ανδρέας ήταν πολύ περήφανος για τον παππού  του.

Ακούμπησε σε μια πέτρα. Όχι δεν ήταν πέτρα, ήταν ένα μεγάλο όστρακο. Το όστρακο άνοιξε. «Είμαι στρείδι», είπε. «Κοίτα στην κοιλιά μου έχω ένα μαργαριτάρι. Παρ’ το στο χαρίζω».

«Μα έχεις μόνο ένα» είπε ο μικρός Ανδρέας.

«Μην ανησυχείς, σε λίγο καιρό η κοιλίτσα μου θα φτιάξει άλλο! Παρ’ το!»

Ο Ανδρέας πήρε το μαργαριτάρι και το έσφιξε γερά στην χούφτα του.

«Τώρα πρέπει να φύγετε», είπε το στρείδι. «Θα σας βοηθήσει το χταπόδι».

Το χταπόδι άνοιξε την είσοδο της σπηλιάς. «Ελάτε», είπε «ακολουθήστε με».

Άρχισαν πάλι να κολυμπάνε και ξαφνικά το χταπόδι σταμάτησε. «Πρέπει να περάσουμε απ’ τα φύκια», είπε.

«Εδώ ζουν οι μέδουσες. Είναι πάνω στην επιφάνεια, για να μην σας καταλάβουν πρέπει να περάσετε με μακροβούτι, ξέρετε;».

«Ναι, ξέρω», είπε ο Ανδρέας, «ο παππούς μου με έμαθε» και μπλουμμμ έκανε ένα μεγάααλο μακροβούτι και πέρασε απ’ τα φύκια.

«Τώρα θα σας αφήσω. Να! Έρχεται το δελφίνι για να σας πάρει», είπε το χταπόδι και εξαφανίστηκε στο βυθό.

Ένα μεγάλο γαλάζιο δελφίνι πλησίασε. «Ανεβείτε στην πλάτη μου και πιαστείτε από το πτερύγιο» είπε το δελφίνι.

Τι απίστευτο ταξίδι ήταν αυτό!! Το δελφίνι βουτούσε με δύναμη στο νερό και μετά πηδούσε πάνω απ’ την επιφάνεια της θάλασσας.

«Να η ακτή! Φτάσαμε!».

«Ευχαριστούμε! Γεια σου δελφίνι!». Ο παππούς και ο Ανδρέας έφτασαν στο σπίτι ασφαλείς!

 

«Ανδρέα! Ανδρέα! Ξύπνα παιδί μου! Ξύπνα!».

Ο Ανδρέας ένοιωθε ένα χέρι να του χαϊδεύει τα μαλλιά και να τον σπρώχνει απαλά. Άνοιξε τα ματάκια του.

«Γιαγιά τι έγινε; Κοιμόμουν;».

«Ξύπνα παιδί μου! Ξημέρωσε! Σε λίγο θα έρθουν οι γονείς σου να σε πάρουν».Ο μικρός Ανδρέας ξύπνησε, κάθισε στο κρεβάτι.

Όνειρο ήταν τελικά… τι συναρπαστικό όνειρο!!

Κοίταξε το χέρι του. Ήταν σφιχτά κλειστό. Το άνοιξε και μέσα στην χούφτα του έλαμπε ένα κάτασπρο μαργαριτάρι!

Μήπως τελικά δεν ήταν όνειρο;;;

 

Γράφει η Χαρίκλεια Φράγγου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Εγγραφείτε στο Newsletter μας

Μείνετε ενημερωμένοι με όλα τα νέα μας.

Έχετε εγγραφεί με επιτυχία στο ενημερωτικό δελτίο

Παρουσιάστηκε σφάλμα κατά την προσπάθεια αποστολής του αιτήματός σας. Παρακαλούμε προσπαθησε ξανα.

Το Παιζω-γράφημα θα χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες που παρέχετε για να επικοινωνήσει μαζί σας..