Η περιπέτεια του πολύχρωμου μολυβιού

 

Ένα πρωί που έξω ο ήλιος έλαμπε, πλησίασα το παράθυρο που βρίσκεται στο σαλόνι του σπιτιού μας.

 

Δίπλα μου ήρθε η αδερφή μου η Χαρά.  «Θέλω να πάμε στις κούνιες», μου είπε.

«Κι εγώ», της απάντησα.

 

Η μαμά που μας άκουσε, μας είπε πως πρέπει να μείνουμε στο σπίτι γιατί δεν επιτρέπεται να πάμε στην παιδική χαρά όσο έξω τριγυρνάει ο κορωνοϊός. Η αδερφή μου με κοίταξε λυπημένη.

 

«Δεν θα πάμε ποτέ ξανά;», ρώτησα τη μαμά.

 

«Θα πάμε Δημήτρη μου, σε λίγο καιρό θα πάμε», μου είπε.

 

 

 

Συνέχισα να κοιτάω έξω από το παράθυρο και τα δάκρυά μου έτρεχαν στα μάγουλά μου.

 

Μου έλειψαν οι φίλοι μου, το σχολείο, τα παιχνίδια με τα παιδιά στη γειτονιά. Ήμουν τόσο στεναχωρημένος.

 

Θέλω να γίνουν όλα όπως πριν, σκέφτηκα.

 

Τότε συνέβη κάτι μαγικό!

 

Ένα γιγάντιο χρωματιστό μολύβι προσγειώθηκε μπροστά στο παράθυρό μας.

 

«Καλημέρα παιδιά!», μας φώναξε το μολύβι.

 

«Καλημέρα!», του απαντήσαμε κι εμείς.

 

«Είμαι ο κύριος Μολύβιος και χρειάζομαι τη βοήθειά σας. Ξέρετε στον κόσμο χάθηκαν κάποιες εικόνες τον τελευταίο καιρό και χρειάζομαι δυο καλούς ζωγράφους να με βοηθήσουν να τις συμπληρώσουμε. Θα με βοηθήσετε;», μας είπε.

 

«Ναι!!!», φωνάξαμε και οι δύο.

 

«Ανεβείτε στην πλάτη μου και φύγαμε», φώναξε ο κύριος Μολύβιος.

 

Το μολύβι ξάπλωσε στο δρόμο κι εμείς ανεβήκαμε επάνω του.

Μπροστά, κοντά στη μύτη του κάθισε η Χαρά και πίσω κοντά στη μικρή σβύστρα του μολυβιού, εγώ.

Και ξαφνικά το μολύβι απογειώθηκε σαν πουλί!

 

«Που θα πάμε;», ρώτησε η Χαρά.

 

Το μολύβι μας πέταξε πάνω από το σχολείο μας. Ήταν άδειο.

 

Το μολύβι προσγειώθηκε μπροστά στην πόρτα.

 

«Δεν μπορούμε να μπούμε μέσα, είναι κλειδωμένα», του είπα.

 

«Και τα κάγκελα πολύ ψηλά», είπε η Χαρά.

 

«Ξέρετε το άθλημα που λέγεται άλμα εις ύψος;», μας ρώτησε. «Εγώ θα γίνω το κοντάρι και εσείς θα μπείτε μέσα κρατώντας με και κάνοντας άλμα εις ύψος», είπε το μολύβι.

 

Κι έτσι κάναμε.

 

Τσουπ, με ένα μεγάλο πήδημα πρώτη η Χαρά και μετά εγώ μπήκαμε στο σχολείο.

 

«Τώρα ήρθε η ώρα να συμπληρώσετε την εικόνα του άδειου σχολείου, με τη βοήθειά μου. Θα ζωγραφίσετε τους δασκάλους σας, τους συμμαθητές σας, τις τσάντες και τα βιβλία σας και όλα θα γίνουν όπως πριν», είπε ο κύριος Μολύβιος.

 

Κι αρχίσαμε να ζωγραφίζουμε ασταμάτητα.

 

Το διευθυντή μας τον κύριο Σίμο και την κυρία Ελένη, το Θοδωρή, το Λουκά, τον Ορέστη, το Λαέρτη και τον Αλέξανδρο και την Καλλιόπη, τη Νεφέλη, τη Μαρία, τη Δέσποινα και τη Δώρα και όλα τα παιδιά.

Και ξαφνικά όλοι ζωντάνεψαν και δεν ήταν μόνο ζωγραφιές. Το κουδούνι χτύπησε ξανά και τα παιδιά γελούσαν και φώναζαν κι έτρεξαν να μπουν στο σχολείο και μπήκαμε κι εμείς μαζί τους και ήμασταν πολύ χαρούμενοι που κάναμε μάθημα ξανά μετά από τόσο καιρό.

 

Κι όταν σχολάσαμε ο κύριος Μολύβιος μας περίμενε.

 

«Έχω μια ιδέα!», μας είπε. «Θα σας ανεβάσω όλους στην πλάτη μου και θα πάμε στην παιδική χαρά».

 

 

Κι έτσι έγινε.

 

Και η Νεφέλη έκανε τραμπάλα με τη Δώρα και ο Θοδωρής πείραζε το Λουκά και κυνηγιόντουσαν. Η Δέσποινα μάζευε λουλουδάκια. Ο Ορέστης έκανε γύρω γύρω μαζί με τον Αλέξανδρο. Η Χαρά έκανε τσουλήθρα και εγώ σκαρφάλωσα στα σχοινιά. Και όλοι ήμασταν πολύ χαρούμενοι.

 

 

«Κύριε Μολύβιε, μήπως μπορείς να μας κάνεις και μία ακόμη χάρη;», τον ρώτησα. «Μήπως μπορείς και να σβήσεις κάτι με τη σβύστρα σου;».

 

«Φυσικά», απάντησε ο κύριος Μολύβιος. «Τι θέλετε να σβήσω παιδιά;».

 

«Τον κορωνοϊό!!!!», απαντήσαμε όλοι με μία φωνή.

 

 

Δημήτρης, 7 ετών

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μείνετε ενημερωμένοι με όλα τα νέα μας.

Έχετε εγγραφεί με επιτυχία στο ενημερωτικό δελτίο

Παρουσιάστηκε σφάλμα κατά την προσπάθεια αποστολής του αιτήματός σας. Παρακαλούμε προσπαθησε ξανα.

Το Παιζω-γράφημα θα χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες που παρέχετε για να επικοινωνήσει μαζί σας..